Εκτύπωση άρθρου

Ἡ Κριτική Ψυχιατρική στήν πράξη

“Critical Psychiatry in Practice” Philip Thomas & Patrick Bracken, Advances in Psychiatric Treatment (2004), vol.10, 361-370

Σέ ὅλο τόν κόσμο, τό τοπίο τῆς περίθαλψης στόν χώρο τῆς ψυχικῆς ὑγείας ἀλλάζει ραγδαία. Σέ αὐτές τίς ἀλλαγές ὑπάρχουν πολλές αἰτίες καί πολλές διαστάσεις. Τό φάσμα αὐτῶν τῶν ἀλλαγῶν καταλήγει σέ ἐλιγμούς τῶν κυβερνητικῶν πολιτικῶν στόν χώρο τῆς ὑγείας. Ἀπό τήν ἄλλη ὑπάρχει ἡ ἐμφάνιση τοῦ κινήματος τῶν χρηστῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ὑγείας. Τά τελευταία χρόνια ἡ βρετανική κυβέρνηση ἄρχισε μιά σειρά ἀπό μείζονες μεταρρυθμίσεις στόν χώρο τῆς ὑγείας, μέ σκοπό νά βελτιώσει τήν ποιότητα τῶν ὑπηρεσιῶν, μέσῳ τῆς ἐπένδυσης ἐπιπρόσθετων πὀρων. Αὐτές οἱ μεταρρυθμίσεις περιγράφονται στό Σχέδιο τοῦ Ἐθνικοῦ Συστήματος Ὑγείας (NHS) (Τμήμα Ὑγεῖας, 2000). Σέ αὐτές τίς ἀλλαγές ἀντιμετωπίζεται σοβαρά τό δικαίωμα τῶν ἀσθενῶν ὥς πολίτες (πού χρηματοδοτοῦν τό NHS μέσῳ φορολογίας) νά εἷναι πλήρως ἀναμεμειγμένοι σέ ὅλα τά θέματα πού ἀφοροῦν τήν περίθαλψή τους. Εἷναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ λέξη “πολίτης” καί τά παράγωγά της ἐμφανίζονται 19 φορές στό σχέδιο τοῦ NHS. Ἐπιπλέον, τό σχέδιο τοῦ NHS προσδίδει ἱδιαίτερη σημασία στίς κοινωνικές, πολιτιστικές καί οἰκονομικές διαστάσεις τῆς ὑγειονομικῆς περίθαλψης. Ἡ ἐπερχόμενη φτώχεια, ὁ ἀποκλεισμός καί ἡ διάκριση, ἡ προσπάθεια γιά παροχή ἀξιοπρεποῦς διαβίωσης καί οἱ εὐκαιρίες γιά ἐργασία, παρουσιάζονται ὥς σημαντικές πτυχές τῆς ὑγειονομικῆς πολιτικῆς.

Αὐτές οἱ ἀλλαγές στήν πολιτική, ἀνακλοῦν τίς ἀπόψεις τῶν χρηστῶν τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ ἀνάδειξη ἑνός μεγάλου ἀριθμοῦ ὁμάδων χρηστῶν, ἦταν μιά ἀπό τίς σημαντικότερες ἐξελίξεις στόν χώρο τῆς περίθαλψης, ὅσον ἀφορᾶ τήν ψυχική ὑγεία, κατά τά τελευταῖα χρόνια. Οἱ ὁμάδες τῶν χρηστῶν εἶναι ἑτερογενείς. Μερικοί εἶναι εὐχαριστημένοι μέ τήν ἀποδοχή τῆς ἱδέας ὅτι πάσχουν ἀπό ἀσθένειες, ὅπως σχιζοφρένεια ἤ συναισθηματικές διαταραχές. Ἀποδέχονται τήν “γλώσσα” τῆς ψυχιατρικῆς. Ἄλλοι ἀπορρίπτουν τήν ἰδέα τῆς ψυχικῆς ἀσθένειας ἐντελῶς καί ἀντιδροῦν ἔντονα καθώς θεωροῦν ὅτι ἴσως πιέζονται νά παίρνουν φάρμακα καί ὅτι τούς ἀφαιρεῖται ἡ ἐλευθερία, ἐπειδή ἡ θλίψη τους ἑρμηνεύεται ὥς ἀσθένεια. Αὐτοί ἀπορρίπτουν τήν “γλώσσα” τῆς ψυχιατρικῆς. Ἄλλες ὁμάδες κινοῦνται κάπου ἀνάμεσα στά δύο ἄκρα. Παρόλες τίς διαφορές τους, μοιράζονται τήν κοινή πεποίθηση στό νά ἔχουν τό δικαίωμα νά ἑρμηνεύουν τίς ἐμπειρίες τους μέ τόν δικό τους τρόπο καί νά δέχονται τήν ἀνάλογη βοήθεια.

Αὐτό φαίνεται καί στήν ἔκβαση μιάς ἔρευνας καθοδηγούμενης ἀπό χρῆστες (Faulkner& Layzell, 2000 ; Rose, 2001), πού σέ μεγάλο μέρος της ἀποδεικνύει ὅτι οἱ χρῆστες τῶν ὑπηρεσιῶν ψυχικῆς ὑγείας θέλουν νά κατανοοῦν τίς ἐμπειρίες τους μέσα ἀπό ὅρους ἑνός κοινωνικοῦ καί πολιτιστικοῦ πλαισίου καί ὅτι πολλοί ἀπό τούς χρῆστες βρίσκουν τίς βιοϊατρικές ἑρμηνείες περιορισμένες. Καθόλου βοηθητικές, στήν καλύτερη περίπτωση καί στήν χειρότερη ἐπιβλαβεῖς.

Πάντως, ἡ ἀλλαγή τῶν κυβερνητικῶν πολιτικῶν καί ἡ γέννηση τοῦ κινήματος τῶν χρηστῶν δέν εἶναι ξεχωριστά γεγονότα. Καί τά δύο ἀνακλοῦν ἄλλες ἐξελίξεις : οἰκονομικές, πολιτικές καί πολιτιστικές. Ἡ ἄνοδος τοῦ κινήματος γιά τήν προστασία τῶν καταναλωτῶν, ἡ αὐξανόμενη σημασία τῶν Μ.Μ.Ε. καί ὁ ἐρχομός τῆς παγκοσμιοποίησης, εἶχαν βαθειές ἐπιπτώσεις στίς ὑποθέσεις μας σχετικά μέ τήν φύση τῆς γνώσης, τῆς ἐπιδεξιότητας καί τοῦ ρόλου τῶν ἐπαγγελματιῶν. Αὐτές οἱ τάσεις ἀποτελούν μέρος ἑνός εὐρύτερου πολιτιστικοῦ φαινομένου ἀναφερόμενου ὥς μεταμοντέρνα κατάσταση. Γεννιέται συνεπῶς ἡ ἀνάγκη γιά ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ ρόλου τῶν εἰδικῶν στόν χῶρο τῆς ψυχικῆς ὑγείας. Στήν βάση αὐτοῦ τοῦ συλλογισμοῦ βρίσκεται τό γεγονός ὅτι οἱ ἀλλαγές καί ἡ ἀναταραχή πού ἀντιμετωπίζουμε σήμερα, ἀνακλοῦν ἕνα βασικό χαρακτηριστικό : τήν ἀμφισβητούμενη φύση τῆς τρέλας.

Ἡ κριτική ψυχιατρική προτείνει ὅτι θά ἔπρεπε νά μποῦν κάποια ὅρια στήν ψυχιατρική. Ἡ θέσπιση τέτοιων ὁρίων, ἀνοίγει τόν δρόμο στίς φωνές αὐτῶν, πού ὅλα τα προηγούμενα χρόνια ἀποκλείστηκαν ἀπό τίς συζητήσεις γιά τήν ψυχική ὑγεία : τούς χρῆστες ὑπηρεσιῶν ψυχικῆς ὑγείας.
Ὁ David Ingleby καί οἱ συνεργάτες του στό “Critical Psychiatry : The Politics of Mental Health” (Ingleby,1981) διατυπώνουν τήν πεποίθηση ὅτι, παρόλο πού ἡ ἑστίαση τῆς περίθαλψης μεταστράφηκε ἀπό τόν ἱδρυματισμό στήν κοινότητα, τά βασικά προβλήματα τῆς ψυχιατρικῆς παραμένουν. Ἡ βάση τοῦ συλλογισμοῦ γιά τίς ἰδέες τοῦ Ingleby εἶναι ὅτι ἡ ψυχική ἀσθένεια εἶναι πολιτικό ζήτημα. Ἀποδέχεται τήν ὕπαρξη καταστάσεων βαθειάς ὀδύνης καί ἀποξένωσης σέ περιπτώσεις ψυχώσεων, ἀλλά ἀμφισβητεί τίς ἑρμηνείες τῆς ψυχιατρικῆς γιά αὐτές τίς καταστάσεις. Διατυπώνει τήν ἄποψη ὅτι μποροῦμε νά καταλάβουμε καλύτερα ἀντιμαχόμενες ἀπόψεις σχετικά μέ τήν φύση τῆς τρέλας μέ τούς ὅρους τῶν φιλοσοφικῶν συστημάτων καί ὅτι τά συστήματα αὐτά σκέψης ὁδηγοῦνται τελευταῖα ἀπό ἠθικές καί πολιτικές σκοπιμότητες. Ἔτσι, ἡ ἀνάλυσή του εἶναι μάλλον ἐννοιολογική παρά ἐμπειρική.Ὑποστηρίζει ὅτι ἡ κατανόηση τῆς τρέλας ἀποτελοῦσε πάντα σημεῖο ἀμφισβήτησης καί ὅτι αὐτό ἐκφράζει δύο θεμελιακά διαφορετικές προσεγγίσεις στήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Ὁ θετικισμός ἐφαρμόζει τίς ἐπιστημονικές μεθόδους τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν στήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Ἡ ἑρμηνευτική ἀπό τήν ἄλλη, ἀντιμετωπίζει τό θέμα καί τήν μεθοδολογία τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, ὥς ἕνα καί τό αὐτό. Τό πρόβλημα τῆς ψυχιατρικῆς γιά τόν Ingleby εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θετικισμοῦ στήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Ἔτσι διερωτᾶται γιά τό κατά πόσον ἡ θετικιστική ψυχιατρική εἶναι ἀντικειμενική καί οὐδέτερη. Σέ αὐτό τόν συλλογισμό ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἰδέες τοῦ Thomas Kuhn (1962) καί τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης, ἰδίως τοῦ Jurgen Habermas (1972). Διερωτᾶται ἐπίσης ποιά συμφέροντα ἐξυπηρετεῖ ἡ ψυχιατρική καί ἐάν ἐμεῖς θέλουμε τόν τύπο τῆς κοινωνίας στόν ὁποῖο μᾶς ὁδηγεί. Ὁ θετικισμός στήν ψυχιατρική κάνει δύο ὐποθέσεις : ὅτι οἱ παρατηρήσεις μποροῦν νά γίνουν ἀντικειμενικά καί ὅτι οἱ θεωρίες στήν ψυχιατρική μποροῦν νά δομηθοῦν χρησιμοποιώντας τόν αἰτιώδη ντετερμινισμό, ὅπως στίς φυσικές ἐπιστῆμες. Γιά τόν Ingleby ἡ ἱδέα τῆς ἀντικειμενικότητας στήν ψυχιατρική εἶναι μύθος. Αὐτό ἐπειδή δέν εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά τόν ψυχικό μας κόσμο μέ τόν ἴδιο τρόπο πού μιλᾶμε γιά τόν φυσικό κόσμο. Γιά αὐτή του τήν πεποίθηση, ὁφείλει ἀρκετά στήν φιλοσοφία τοῦ Wittgenstein (1967) καί στήν φαινομενολογική ἐρμηνευτική τῶν Heidegger (1962) καί Merleau-Ponty (1962). Ἀς δοῦμε τόν θυμό. Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχουν δυσκολία στό νά ἀναγνωρίσουν τόν θυμό. Εἶναι ἡ ἰδιαίτερη φύση τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, θεμελιωμένη στήν κοινή μας λογική γιά τό τί εἶναι ἀνθρωπος, νά εἴμαστε ἱκανοί νά ἀναγνωρίζουμε τό συναίσθημα καί τά ἀνθρώπινα πλαίσια, μέσα στά ὁποῖα συμβαίνει. Μέ ἄλλα λόγια , βασιζόμαστε σέ μιά ἐρμηνευτική ἱκανότητα, πού θεωροῦμε αὐτονόητη, γιά νά ἀναγνωρίσουμε τόν θυμό.

Ὁ Ingleby ὑποστηρίζει ὅτι ἀποφάσεις ὁπως τό ἄν εἶναι κάποιος καταθλιπτικός ἤ ψυχωσικός ἤ ἀκούει φωνές, προέρχονται ἀπό τήν ἀντίληψη, μέσῳ τῆς κοινῆς λογικῆς, γιά τήν τρέλα. Τό νά ἰσχυριστεῖ κανείς, ὅπως κάνει ὁ θετικισμός, ὅτι τέτοιες ἀποφάσεις μποροῦν νά στηριχθοῦν σέ κάτι πού ὑπερβαίνει τήν κοινή λογική δηλαδή σέ μιά οὐδέτερη, ἀντικειμενική ἐπιστήμη, ἁπλά δέν ἔχει νόημα.
Ὁ Ingleby ἀσχολεῖται μέ αὐτό πού ἀποκαλεῖ λογοκρισία τῶν θεωριῶν καί εἰδικότερα τόν ἰσχυρισμό ἀπό τήν πλευρά τῆς ἐπιστήμης ὅτι οἱ μόνες δόκιμες μορφές ἐξήγησης εἶναι αἰτιολογικές. Αὐτό ἐμφανίζεται ἔντονα στόν ἰσχυρισμό (μοντέλο τῆς πάθησης), στόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ ψύχωση προκαλεῖται ἀπό διαταραχές σέ νευροφυσιολογικές ἤ νευροχημικές λειτουργίες. Μία πιό ἤπια ἐκδοχή βρίσκεται στήν ‘’ἐκλεκτική’’ ψυχιατρική πρακτική, πού ὑποστηρίζει ὅτι, παρόλο πού κοινωνικοί καί ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί νά εἶναι σημαντικοί, γιά να ληφθοῦν σοβαρά ὑπόψιν, πρέπει νά ἀποσπασθοῦν ἀπό τό ὅλο πλαίσιο καί νά ἐκτιμηθοῦν ὡς ‘’ἀνεξάρτητες μεταβλητές’’. Ὁ θετικισμός ἁπλά δέν εἶναι ἱκανός νά ἀντιμετωπίσει τήν πολυπλοκότητα τοῦ κοινωνικοῦ καί πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος. Στήν πραγματικότητα, τό περιβάλλον αὐτό, εἶναι πλούσιο σέ νόημα καί ἀντιστέκεται στά γραμμικά αἰτιολογικά μοντέλα. Τό κυρίαρχο σημεῖο εἶναι ὅτι τά πλαίσια παρέχουν βάσεις ἤ λογικές ἐξηγήσεις γιά τίς ἀνθρώπινες πράξεις καί ὄχι τίς αἰτίες γι’αὐτές. Αὐτό σημαίνει ὅτι κατανόηση καί ἑρμηνεία πρέπει νά εἶναι ὁ ἄξονας στήν προσέγγιση μας γιά τήν ψύχωση. Στό Philosophical Investigations, ὁ Wittgenstein (1967) ὑποστηρίζει ὅτι οἱ νόμοι πού διέπουν τήν ἀνθρώπινη δράση ἁπλά δέν εἶναι τῆς ἰδίας λογικῆς μέ αὐτούς πού καθορίζουν τόν κόσμο τῆς φυσικῆς ἤ τῆς φύσης. Σέ ἀντίθεση μέ τούς νόμους τῆς φύσης, εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα καί σχετίζονται μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη δράση.
Ὁ Ingleby προτείνει μιά ἐπεξηγηματική (ἑρμηνευτική) ψυχιατρική ὡς ἐναλλακτική στόν θετικισμό. Ἡ ἑρμηνευτική θεωρεῖ δεδομένο ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐμπλέκονται σέ μιά βαθειά , γεμάτη νόημα , συμπεριφορά πού ὑπερβαίνει τήν αἰτιώδη ἐξήγηση καἰ ἀντικειμενικότητα. Ἐάν ἐγκαταλείψουμε τόν θετικισμό, οἱ διακρίσεις μεταξύ παρατηρητή καί ὑποκειμένου ἤ μεταξύ περιγραφῆς καί ἐπεξήγησης, γίνονται ἀσαφεῖς καί συνδυάζονται στήν πράξη τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία ἔχει μιά ἐκτεταμένη κληρονομιά στήν φιλοσοφία καί ἡ ἐπιρροή της βρίσκεται ἰδιαίτερα στήν φαινομενολογία τῶν Heidegger καί Merleau-Ponty. Ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό κοινότυπες ἰδέες πού ἀφοροῦν τήν πεποίθηση τοῦ τί εἶναι ἄνθρωπος. Ὁ Csordas (1994) δίνει ἕνα θαυμάσιο παράδειγμα μιᾶς τέτοιας ἑρμηνευτικῆς-φαινομενολογικῆς θεώρησης, πού ἀντιστέκεται στήν πρόκληση τῆς μετακίνησης ἀπό τόν βιολογικό στόν πολιτιστικό ντετερμινισμό. Μιά μή φιλοσοφική ἐναλλακτική μπορεῖ νά βρεθεῖ στό ἔργο τοῦ Oliver Sacks (1986) , ὁ ὁποῖος περιγράφει θαυμάσια τήν ἀνεπάρκεια τῶν βιολογικῶν ἤ ψυχολογικῶν θεωρήσεων στίς νευρολογικές διαταραχές, ὅταν αὐτές οἱ θεωρήσεις ἀπομονωθοῦν ἀπό τήν πολυπλοκότητα πού ὑπάρχει στίς διαταραχές. Ὁ Sacks ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νά τοποθετήσουμε τόν βιολογικό καί τόν ψυχολογικό παράγοντα μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀφήγησης ἑνός ἀτόμου. Ὁ Ingleby ἀπομακρύνεται ἀπό τίς θέσεις τῶν Heidegger καί Merleau-Ponty καί κατευθύνεται σέ μιά ἀναθεωρημένη μορφή ψυχανάλυσης πού ὑποστηρίζει μιά πιό ἐπαρκῆ (κατά τήν ἄποψη του) κατανόηση τῶν διαταραχῶν. Ἐπιφανειακά, κάποιες ἀπό τίς ἀπόψεις τοῦ Ingleby ἀντιστοιχοῦν μέ αὐτές τῆς ἀντι-ψυχιατρικῆς. Ὁ Laing ἐπίσης ἔδωσε μεγάλη σημασία στήν κατανόηση τῆς ψύχωσης μέσῳ μιᾶς ἀναθεωρημένης ψυχανάλυσης. Ὁπως ὁ Szasz, ὁ Ingleby διατυπώνει τήν ἄποψη, ὅτι ὁ θετικισμός ταιριάζει καλά στόν ρόλο πού ἔχει ἡ ψυχιατρική στόν κοινωνικό ἔλεγχο, ἐπειδή παρουσιάζει τά θέματα πού ἀφοροῦν τήν φύση τῆς ὑγείας ἤ τῆς ἀσθένειας, θέματα ἀμιγῶς πολιτισμικά, ὡς ἐμπειρικά γεγονότα. Διαφοροποιεῖται ὅμως, ὅσον ἀφορᾶ τήν εὐημερία τοῦ ἀτόμου. Γιά τόν Szasz, τοῦ ὁποίου τό ἠθικό ἰδεῶδες εἶναι ἡ προσωπική ἐλευθερία, τό πρόβλημα τῆς ψυχιατρικῆς εἶναι ὅτι βάζει τό κοινό καλό ἤ τίς ἀξίες τῶν κοινωνικῶν δομῶν (οἰκογένεια, κράτος,ἐργασία), πάνω ἀπό αὐτές τοῦ ἀτόμου. Ὁ Ingleby θεωρεῖ ὅτι οἱ κοινωνικές δομές δέν ἀντιπροσωπεύουν ἀπαραίτητα τό κοινό καλό. Ἀντίθετα, μᾶλλον ἀντιπροσωπεύουν ἕνα σύνολο συμφερόντων, πού κρύβεται κάτω ἀπό τό λάβαρο τῆς οἰκονομικῆς προόδου. Ἐδῶ ἐπηρεάζεται ἀπό τά πρώιμα συγγραφικά ἔργα τοῦ Foucault (1967), πού περιέγραψε τόν ἀποκλεισμό τῶν ψυχικά ἀσθενῶν ὡς μία πράξη φυλάκισης πού ἐπιτεύχθηκε μέ τήν χρήση μέτρων ὅπως ψηλοί τοῖχοι, κλειδωμένες πόρτες, ἁλυσίδες καί λουκέτα. Ὁ Ingleby θεωρεῖ ὅτι ἡ ἰατρική ἰδεολογία τῆς ψυχιατρικῆς καταφέρνει τό ἴδιο ἀποτέλεσμα κοινωνικοῦ ἐλέγχου, χωρίς φυσικούς περιορισμούς.

Παρότι ἡ ψυχιατρική ἀσκεῖ τήν ἐπιρροή της μέ τό νά θέτει τίς ἐμπειρίες τῶν ψυχιατρικῶν ἀσθενῶν ἔξω ἀπό τά πλαίσια τῆς ἁπλῆς, ἀλλά γεμάτης νόημα, ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, ὁ Ingleby δέν καταφέρνει νά ὑπολογίσει τήν τεράστια ἐπιρροή τῆς ψυχιατρικῆς καί τῆς ψυχολογίας στόν καθορισμό τοῦ τί εἶναι ‘’κανονικό’’ καί τί ὄχι. Γιά νά τό θέσουμε μέ ἄλλες λέξεις, καθορίζουν ποιοί τρόποι ἀντίληψης καί ἐμπειρίας τοῦ κόσμου εἶναι ἀποδεκτοί καί ποιοί ὄχι.
Τό βιβλίο ‘’The Power of Psychiatry” (Miller & Rose, 1986) ἐκδόθηκε 5 μόλις χρόνια μετά τήν δουλειά τοῦ Ingleby, μέ φανερές τίς ἐπιρροές ἀπό τό ἔργο τοῦ Foucault. Ὁ Marx καί ὁ Freud δέν εἶναι πλέον οἱ ἐμπνευστές γιά μιά κριτική προσέγγιση στήν ψυχιατρική. Ἐχουν γίνει μέρος τοῦ προβλήματος. Τό βιβλίο ἐξετάζει τίς ρίζες καί τίς κοινωνικές λειτουργίες τῆς βρετανικῆς ψυχιατρικῆς κατά τά τελευταία 100 χρόνια. Οἱ Miller καί Rose, ὅπως ὁ Ingleby, διαφωνοῦν μέ τόν ἐπιστημολογικό συλλογισμό τῆς ἀντι-ψυχιατρικῆς- ὅτι ἡ ψυχιατρική ἀσθένεια δέν ὑπάρχει- ἐπειδή ἀρνεῖται τά δεινά αὐτῶν πού ἀντιμετωπίζουν συναισθηματικές διαταραχές. Ἐπιπρόσθετα, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀντι-ψυχιατρική ἀδυνατεῖ νά φωτίσει τίς κοινωνικές καί πολιτικές λειτουργίες τῆς ψυχιατρικῆς. Γιά τόν λόγο αὐτό, θεωροῦν ὅτι εἶναι πιό βοηθητικό νά ἀποδεχθοῦμε τήν πραγματικότητα τῆς ψυχιατρικῆς (ὡς κοινωνική πρακτική) παρά νά μπαίνουμε σέ διαμάχες δίχως νόημα γιά τό ἄν ὑπάρχει ἤ ὅχι ἡ ψυχική ἀσθένεια. Ἡ ἀνάλυση τῆς δύναμης τῆς ψυχιατρικῆς, ὅπως γίνεται ἀπό τούς ἀντι-ψυχιάτρους, εἶναι ὑπεραπλουστευμένη, ἐπειδή ἁπλά ἐξισώνει τήν δύναμη μέ τήν καταπίεση τῆς ὑποκειμενικότητας. Δέν ἀναφέρονται καθόλου στήν δύναμη καί τήν δημιουργία ὑποκειμενικότητας. Ἡ δύναμη τῆς ψυχιατρικῆς φαίνεται στίς δυνατότητες πού δημιουργεῖ γιά ἐμᾶς, εἰδικά ὅσον ἀφορᾶ τήν ρύθμιση τῆς συμπεριφορᾶς. Μιά τέτοια ἀνάλυση εἶναι ἀπαραίτητη, ἐπειδή ἡ ψυχιατρική ἐνεργεί καί πέρα ἀπό τά ὅρια τοῦ ἱδρύματος. Σήμερα ἡ ψυχιατρική λειτουργεῖ ὡς τεχνολογία πού βοηθᾶ στήν συγκρότηση ἑνός ριζικά διαφορετικοῦ συνόλου σχέσεων ἰσχύος σέ προηγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Ἡ ψυχική ὑγεία πού προσδίδει οἰκονομικό πλεονέκτημα, ἀντιμετωπίζεται ὡς κοινωνική ἀνάγκη καί ἀποτελεῖ ἀντικείμενο προσωπικῆς ἐπιθυμίας.

Τήν ψυχιατρική τήν βρίσκουμε σέ κάθε σημεῖο τῆς ζωῆς μας. Οἱ ψυχίατροι καί οἱ ψυχολόγοι ἐμφανίζονται ὡς αὐθεντίες γιά ὅλα τά μεγάλα γεγονότα καί τίς τραγωδίες τῶν καιρῶν μας. Καλοῦνται νά ἑρμηνεύσουν καί νά προβλέψουν στίς ἐφημερίδες, στήν τηλεόραση, στό ραδιόφωνο καί στά περιοδικά. Ἡ ψυχιατρική, περισσότερο ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο κλάδο τῆς ἰατρικῆς, ἀποτελεῖ πλέον συστατικό στοιχείο τῆς πολιτιστικῆς ζωῆς μας. Οἱ Miller καί Rose βλέπουν τήν ψυχιατρική ὡς μιά μορφή κυβέρνησης τῆς προσωπικότητας καί μέσα ἀπό αὐτό καθίσταται ἐφικτό γιά ἐμᾶς νά μιλᾶμε γιά τόν ἑαυτό μας, τά συναισθήματα μας καί τίς ζωές μας, μέ ἰδιαίτερους τρόπους. Αὐτό ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε, ὅτι ἡ ψυχιατρική δημιουργεῖ ὑποκειμενικότητες. Ἡ δύναμη τῆς ψυχιατρικῆς ἁπλά δέν βρίσκεται μόνο στόν καταναγκασμό. Βρίσκεται ἐπίσης καί στίς δυνατότητες πού δημιουργεῖ γιά ἐμᾶς. Γιά παράδειγμα, στίς δυτικές κοινωνίες, οἱ ἐμπειρίες μας λύπης καί δυστυχίας ἀναφέρονται μέσα στό εὐρύτερο πλαίσιο τῆς ‘’κατάθλιψης’’. Ἡ ἐμπειρία ὡστόσο τοῦ νά ἀκούει κάποιος φωνές ἀποδίδεται στήν ‘’περιορισμένη’’ διάγνωση τῆς σχιζοφρένειας, ἡ ὁποία οὐσιαστικά κλείνει ὁποιοδήποτε ἄλλο δρόμο ἀντιμετώπισης τοῦ φαινομένου. Ἔτσι, ὑπάρχουν ἀρνητικές καί θετικές πλευρές στήν δύναμη τῆς ψυχιατρικῆς. Δέν εἶναι ἁπλά ἕνα ἑργαλείο καταπίεσης τῆς ἀτομικῆς ὑποκειμενικότητας. Μπορεῖ ἐπίσης νά δημιουργήσει ὑποκειμενικότητες. Μέ ἄλλα λόγια, τήν ἴδια στιγμή ἀνοίγει καί κλείνει τίς δυνατότητες γιά ὅλους ἐμᾶς νά καταλάβουμε τόν ἑαυτό μας.
Στό ‘’The History of Sexuality” ὁ Foucault (1981), ἀνέπτυξε τήν ἔννοια ‘’τεχνολογίες τῆς προσωπικότητας’’, διατυπώνοντας τήν ἄποψη ὅτι ἡ πειθαρχία λειτουργεῖ πιό ἀποτελεσματικά μέσῳ διαδικασιῶν αὐτορρύθμισης τοῦ ἀτόμου. Αὐτό ὑποδηλώνει, ὅτι ὅλοι ἔχουμε τήν ἱκανότητα ἐνδοσκόπησης καί ὅτι ἡ ψυχιατρική καί ἡ ψυχολογία καθορίζουν αὐτή τήν ἱκανότητα. Ἔτσι, ἡ ψυχιατρική ἐλέγχει τά ὅρια μεταξύ λογικοῦ καί παράλογου, μεταξύ ὑγείας καί τρέλας. Ὁ Foucault θεωρεῖ ὅτι τό παράλογο ἤ ἡ τρέλα καθορίστηκαν ὥς ‘’Ἄλλο’’, ἀναγνωρίσιμο μόνο μέσῳ τῆς γλώσσας τῆς λογικῆς. Ἔχουμε ἔτσι ἔνα μονόλογο τῆς λογικῆς σχετικά μέ τό παράλογο, πράγμα πού ἀποκλείει τήν φωνή τῶν ‘’τρελῶν’’. Ἡ ἀνάλυση αὐτή τοῦ Foucault, εἶναι ζωτικῆς σημασίας στό νά κατανοήσουμε, γιατί τόσοι χρῆστες ὑπηρεσιῶν ψυχικῆς ὑγείας εἶναι δυσαρεστημένοι μέ τήν ψυχιατρική. Ὁ Rose (1986) ἐξετάζει λεπτομερῶς τίς κοινωνικές καί πολιτικές περιστάσεις κατά τίς ὁποῖες ἡ βρετανική ψυχιατρική ἀπέκτησε τόσο μεγάλη ἐπιρροή. Παρότι τό θέμα ἀναπτύσσεται σέ σχέση μέ τήν βρετανική πραγματικότητα, θά μποροῦσε νά βρεῖ ἐφαρμογή σέ διεθνές ἐπίπεδο, τουλάχιστον ὅσον ἀφορά τίς περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα, ὅταν ἡ ἰατρική μεσουρανοῦσε λόγῳ τῶν ἀνακαλύψεων της σχετικά μέ τά αἴτια τῶν ἀσθενειῶν, ἀναμείχθηκε σέ μιά νέα κοινωνική ἀνησυχία, τήν περιβαλλοντική ὑγεία. Ὁ Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος κατέδειξε τήν κακή ὑγεία τῶν στρατιωτῶν προερχομένων ἀπό τήν ἐργατική τάξη, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους δέν κρίθηκαν ἱκανοί γιά στρατιωτική ὑπηρεσία. Ὑπῆρχε μιά αὐξανόμενη ἐπίγνωση, ὅτι ἡ ἀσθένεια καί ἡ ὑγεία δέν ἦταν ἁπλά ἀτομικά θέματα, ἀλλά στενά συνδεδεμένα μέ τίς συνθῆκες διαβίωσης τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ. Ὡς ἀποτέλεσμα, ἡ κυβερνητική ἐπιρροή ἐπεκτάθηκε στήν πολιτική ρύθμιση τῶν συνηθειῶν τοῦ πληθυσμοῦ μέσῳ διαχείρισης τῆς οἰκιακῆς ζωῆς, γιά τό καλό τῆς ὑγείας καί τῆς εὐημερίας. Αὐτό εἶχε συνέπειες γιά τήν ψυχιατρική. Στό Ἡνωμένο Βασίλειο, ἡ Royal Commission on Lunacy and Mental Disorder τοῦ 1926 διακήρυξε, ὅτι τό πρόβλημα τῆς ψυχικῆς ἀσθένειας εἶναι πρόβλημα τῆς δημόσιας ὑγείας πού θά πρέπει νά ἀντιμετωπισθεῖ μέ μοντέρνους τρόπους. Ἡ ψυχιατρική ἐπίσης ἑστιάζει τήν προσοχή της στίς ἀντικοινωνικές καί ἀνήθικες συμπεριφορές, δίνοντας ἰατρικές ἐξηγήσεις γιά αὐτές. Ἐμφανίζεται ὡς αὐθεντία γιά ὅλες τίς πλευρές τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης, συμπεριλαμβανομένης τῆς οἰκογενειακῆς δομῆς καί τῶν πρακτικῶν τῆς παιδικῆς ἀνατροφῆς. Ὑπερασπίζεται εὐγονικές ἐκστρατεῖες γιά τόν ἔλεγχο τῶν ‘’ἠθικά φρενοβλαβῶν’’, τῶν ἐγκληματιῶν καί τῶν ‘’διανοητικά καθυστερημένων’’, μέσῳ ὑποχρεωτικῆς στείρωσης. Ὁλοένα αὐξανόμενα, τό ἰδανικό τῆς ψυχικῆς ὑγείας ἔγινε προσωπική εὐθύνη καί ἐθνικός στόχος γιά ττήν κυβέρνηση. Σύμφωνα μέ τόν Rose, αὐτές οἱ διαδικασίεςἄλλαξαν τήν φύση τῆς τρέλας ὡς κοινωνικό φαινόμενο. Ἡ ψυχική ἀσθένεια δέν περιοριζόταν πλέον στήν ψύχωση ὡς βασική ἑτερότητα πού προκαλοῦσε τήν ἠθική τάξη,ἀλλά ἐπεκτάθηκε, ὥστε νά συμπεριλάβει τήν προσωπική δυστυχία καί τήν κοινωνική ἀνεπάρκεια. Αὐτό συνέβη ἐν μέρει μέσῳ τοῦ ρόλου τῆς ψυχιατρικῆς καί τῆς ψυχολογίας κατά τήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέ τήν διαχείρηση τοῦ ἀνθρώπινου παράγοντα στήν κοινωνική ζωή. Ἔτσι, ο Δεὐτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ἀποτέλεσε ἕνα νέο πεδίο κοινωνικῆς πραγματικότητας γιά τήν ψυχιατρική, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τό ἔργο τῆς ἀντιμετώπισης αὐτῶν πού ὑπέφεραν ἀπό νευρώσεις, οἱ ὁποῖες μείωναν τήν παραγωγικότητα τους. Αὐτό, μαζί μέ τήν ἴδρυση του NHS (Ἐθνικοῦ Συστήματος Ὑγείας) καί τοῦ κράτους κοινωνικῆς πρόνοιας, σχημάτισαν ἕνα νέο πλαίσιο γιά τήν ψυχιατρική. Ἄν καί αὐτό ἔδωσε στούς ψυχιάτρους τό προνόμιο νά ἀποφασίζουν γία ἀκούσιες εἰσαγωγές καί ὑποχρεωτικές θεραπείες, ὁ Rose θεωρεῖ ὅτι θά ἦταν λάθος νά τό ἐκλάβουμε ὡς προέκταση τῆς ἰατρικοποίησης τοῦ κοινωνικοῦ ἐλέγχου. Αὐτό γιατί ἡ ὅλη στρατηγική προσπάθησε νά ἐλαχιστοποιήσει τό ρόλο τοῦ ἐγκλεισμοῦ βελτιώνοντας τούς δεσμούς μεταξύ ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν καί ὑπηρεσιῶν κοινωνικῆς πρόνοιας, καθιστώντας πιό εὔκολη τήν μετακίνηση τῶν ἀνθρώπων ἀνάμεσα σέ αὐτές. Ὁ Rose (1986) διατυπώνει τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἀντι-ψυχιατρική μέ τό νά κάνει ἕναν αὐστηρο διαχωρισμό μεταξύ (κακοῦ) ἰατρικοῦ μοντέλου καί (καλῶν) ψυχοθεραπειῶν συγκάλυψε τά προβληματικά χαρακτηριστικά καί τῶν δύο. Μετά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ὑπῆρξε μία αὔξηση στίς φυσικές καί φαρμακολογικές θεραπεῖες, κοινωνικοθεραπεῖες, ψυχανάλυση καί συμπεριφορικές θεραπεῖες. Αὐτές οἱ ‘’θεραπεῖες τῆς κανονικότητας’’ στόχευαν ὄχι στήν ἴαση τῶν πνευματικῶν ἤ συναισθηματικῶν ἐλλειμμάτων, ἀλλά στήν διαμόρφωση τῆς ὑποκειμενικότητας στίς ἐπιθυμητές κατευθύνσεις. Τό κυρίαρχο σημείο ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ ‘’τεχνολογίες τῆς προσωπικότητας’’ μεταμόρφωσαν τίς δυσκολίες τῆς καθημερινότητας σέ ψυχολογικά προβλήματα. ‘’Γίνονται, ὄχι ἀπείθαρχα χαρακτηριστικά ἐπιθυμίας καί ματαίωσης, ἀλλά δυσλειτουργίες τῶν ψυχολογικῶν συστημάτων, θεραπεύσιμες διαμέσου ἐφαρμογῆς ἰδιαιτέρων τεχνικῶν’’ (Rose, 1986). Οἱ τεχνολογίες τῆς προσωπικότητας καθιστοῦν δυνατή τήν μεταμόρφωση μιᾶς μακρόχρονης προσωπικῆς σχέσης, ὅπως ὁ γάμος, ἀπό ἠθική ὑποχρέωση σέ θέμα προσωπικῆς ἐκπλήρωσης. Μᾶς ἐπιτρέπουν ἐπίσης, νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τό φόβο στήν σκέψη τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος γίνεται ἕνα διαχειρίσιμο ψυχολογικό πρόβλημα. Μέχρι τώρα ἀσχοληθήκαμε μέ τίς ἀναλύσεις μή ψυχιάτρων. Αὐτό πού χαρακτηρίζει τήν κριτική ψυχιατρική σήμερα εἶναι ὅτι πολλοί ἀπό τούς ὑποστηρικτές της εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ ψυχίατροι. Ἕνας συνεχῶς αὐξανόμενος ἀριθμός ψυχιάτρων ἀσπάζονται ἀνοιχτά αὐτές τίς ἰδέες. Ἡ κριτική ψυχιατρική γίνεται ἀντιληπτή ὡς μιά συμμαχία γύρω ἀπό τά ἀκόλουθα θέματα:

  • Ἡ ψυχιατρική βασίζεται σέ ἕνα σύνολο ὑποθέσεων γύρω ἀπό τήν φύση τοῦ μυαλοῦ, τοῦ νοήματος καί τῆς γνώσης καθώς καί τίς σχέσεις μεταξύ ψυχολογίας καί κοινωνικοπολιτισμικῶν πραγματικοτήτων. Αὐτές οἱ ὑποθέσεις μποροῦν νά ἀμφισβητηθοῦν. Δέν ἀποτελοῦν μιά παγκόσμια ἀπόλυτη ἀλήθεια.
  • Οἱ χρῆστες τῶν ὑπηρεσιῶν ψυχικῆς ὑγείας καί οἱ κυβερνήσεις ζητοῦν ἀπό τήν ψυχιατρική νά προχωρήσει πέρα ἀπό τά στενά καί πολλές φορές ἁπλοποιημένα πλαίσια πού τήν ὁδήγησαν κατά τόν 20ο αἰώνα. Αὐτό δέν πρέπει νά ἐρμηνευθεῖ ὡς ἀπειλή, ἀλλά περισσότερο ὡς εὐκαιρία γιά ἐπαναπροσδιορισμό τῆς σχέσης μεταξύ τῆς ἰατρικῆς καί αὐτῶν πού ὑποφέρουν.
  • Ὑπάρχει ἡ ανάγκη, οἱ ψυχίατροι νά ἀναπτύξουν πιό εὐέλικτους τρόπους ἐμπλοκῆς μέ τίς καταστάσεις τρέλας καί θλίψης. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά δίνουν μεγαλύτερη σημασία στούς διαφορετικούς τρόπους μέ τούς ὁποίους οἱ χρήστες ἀντιλαμβάνονται τίς ἐμπειρίες τους.
  • Ἡ κριτική ψυχιατρική ἐμπλέκεται σέ ἐκστρατεῖες γιά τόν περιορισμό τοῦ ἐλέγχου τῆς ψυχιατρικῆς ἀπό ἑταιρείες, περισσότερο ὡς γνωστόν, ἀπό τήν φαρμακευτική βιομηχανία. Ασχολεῖται ἐπίσης μέ ἐκστρατεῖες γιά τόν περιορισμό τῆς καταναγκαστικῆς πλευρᾶς τῆς ψυχιατρικῆς πρακτικῆς.

Θεωροῦμε ὅτι ὁ ἐρχομός τῆς ‘’μεταμοντέρνας κατάστασης’’ καί ἡ ἐμφάνιση τῆς μεταμοντέρνας φιλοσοφίας, ἄνοιξε νέους δρόμους σκέψης στόν χῶρο τῆς ψυχικῆς ὑγείας. Κάποιοι χρῆστες ὑπηρεσιῶν ψυχικῆς ὑγείας ζήτησαν μιά μετακίνηση πρός τήν ‘’ μετα-ψυχιατρική’’. Ἡ μεταψυχιατρική δέν εἶναι ἄλλο ἕνα μοντέλο, πού ἀνταγωνίζεται τό ‘’ἰατρικό’’ καί ‘’κοινωνικό’’ μοντέλο τῆς ψυχιατρικῆς. Ἀντίθετα δείχνει τήν δυνατότητα ( καί τήν ὅλο καί πιό ἀπαιτητική πραγματικότητα) γιά μιά νέα κατεύθυνση στόν χῶρο τῆς ψυχικῆς ὑγείας, πού θά κινείται πέρα ἀπό τίς θεωρίες τοῦ 20ου αἰώνα. Αὐτό τό κίνημα ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐννοιολογική κριτική στήν ψυχιατρική (Bracken & Thomas, 2001) καί ἀπό τήν δουλειά ὁμάδων χρηστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τίς ἰατρικές θεωρήσεις τῶν ἐμπειριῶν τους καί ἀναζητοῦν ἀλλοῦ γιά ἑρμηνευτικά μοντέλα. Τονίζουν ἐπίσης τήν πιθανότητα βλάβης, πού μπορεῖ νά προκαλέσει ἡ ψυχιατρική. Ἡ μεταψυχιατρική προσπαθεῖ νά κατανοήσει, γιατί ἡ ψυχιατρική βρίσκεται σέ αὐτήν τήν κατάσταση καί νά χρησιμοποιήσει αὐτή τήν γνώση γιά τήν εὕρεση θεωρητικῶν, ἀλλά καί πρακτικῶν τρόπων ἐξέλιξης. Ἄν καί παραμένει μέρος τοῦ εὐρύτερου συνόλου τῆς κριτικῆς ψυχιατρικῆς, ἡ μεταψυχιατρική ἰσχυρίζεται ὅτι τά προβλήματα τῆς ψυχιατρικῆς προέρχονται ἀπό τήν ταυτότητά της ὥς ἐπιχείρηση μοντερνισμοῦ. Ἡ μεταψυχιατρική ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἐπιστήμη μας ἐθελοτυφλεῖ στούς περιορισμούς τῶν θεωρητικῶν της πλαισίων καί ὅτι παρέβλεψε τόν πόνο καί τά δεινά πού μπορεῖ νά προκαλέσει.

Ἐάν θέλουμε νά προχωρήσουμε μπροστά, πρέπει νά δοῦμε τίς πρακτικές καί θεωρητικές διαστάσεις. Σέ ἕνα πρακτικό ἐπίπεδο, προσπαθοῦμε νά ἐργαστοῦμε μέ χρῆστες ὑπηρεσιῶν καί φροντίζουμε νά βροῦμε νέους τρόπους προσέγγισης στόν χῶρο τῆς ψυχικῆς ὑγείας. Αὐτό συμβαίνει τόσο σέ μακροσκοπικό, ὅσο καί σέ μικροσκοπικό ἐπίπεδο. Σέ μακροσκοπικό ἐπίπεδο, προσπαθοῦμε νά στήσουμε δημόσιες ὑπηρεσίες πού θά περιλαμβάνουν μιά καθαρή συνεργασία μεταξύ ὁμάδων χρηστῶν, μειονοτικῶν ὁμάδων καί ἐμπλεκομένων ἐπαγγελματιῶν. Ὑποστηρίζουμε ἐπίσης τήν ἐμφάνιση αὐτοκαθοριζόμενων ὑποστηρικτικῶν ὁμάδων στόν ἐθελοντικό τομέα. Σέ ἕνα μικροσκοπικό ἐπίπεδο, ἡ δουλειά μας στό τραῦμα καθώς καί στήν ἑρμηνευτική καί στήν ψύχωση, ἰδιαίτερα μέ αὐτούς πού ἀκοῦν φωνές, τονίζει τό ἐγγενές νόημα τῆς φύσης αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν μέσα στό πλαίσιο τῆς προσωπικῆς ζωῆς, τῆς προσωπικῆς ἱστορίας καί τῶν περιρρεουσῶν συνθηκῶν. Ἡ μεταψυχιατρική, ἄν καί κάπως περιορισμένα, προσπαθεῖ νά δημιουργήσει μιά νέα σχέση μεταξύ ἰατρικῆς καί τοῦ συνόλου τῶν ἐμπειριῶν τρέλας, ἀποξένωσης καί θλίψης. Σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἡ μεταψυχιατρική ἔχει σημαντικές ἐπιρροές, μέ πιό σημαντική της ἐπιτυχία αὐτή τοῦ νά ἀντιμετωπίσει σοβαρά τήν πρόκληση πού ἔθεσε ἡ κριτική τοῦ Foucault. Στό παρελθόν, οἱ ψυχίατροι (ἰδιαίτερα στήν Βρετανία), ἀπέρριψαν τίς θέσεις του χαρακτηρίζοντάς τες ὡς ἀντιψυχιατρική. Διαφωνοῦμε! Λίγοι ψυχίατροι ἔχουν κατανοήσει τίς βαθειές ἀλήθειες τῆς κριτικῆς τοῦ Foucault. Οἱ περισσότεροι ἐπέλεξαν νά ἀκούσουν αὐτούς τούς ἱστορικούς πού διατυπώνουν μιά ‘’προοδευτική’’ θεώρηση τῆς ἱστορίας τῆς ψυχιατρικῆς. Θεωροῦν ὅτι, ἐπειδή ὁ Foucault ἔκανε μερικά ἱστορικά λάθη, ἡ δουλειά του πρέπει νά ἀπορριφθεῖ. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Gordon ἔστησε μιά ἰσχυρή γραμμή ὑπεράσπισης γιά τήν ἱστορία τοῦ Foucault ( Gordon, 1990). Γιά τήν μεταψυχιατρική τό πιό σημαντικό χαρακτηριστικό τῆς δουλειᾶς τοῦ Foucault ἀφορᾶ τήν ἀμφισβήτηση τῆς ἠθικῆς. Παρουσιάζει τήν ἠθική ὡς εὐαισθησία στήν ἑτερότητα καί ὄχι ὡς ἕνα σύστημα κανόνων ἤ κωδικῶν πού πρέπει νά ἀκολουθῶνται δουλοπρεπῶς. Μᾶς δείχνει πώς ἡ γένεση τῆς γνώσης δέν εἶναι ἠθικά οὐδέτερη, ἀλλά σέ κάθε βήμα περιλαμβάνει ὑπαινιγμούς γιά ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι καταφανέστατο στήν δουλειά τῶν ψυχιάτρων, πού θέλουν νά πιστεύουν ὅτι οἱ παρεμβάσεις τους εἶναι τεχικές καί οὐδέτερες. Ὁ Foucault μᾶς βοηθᾶ νά προχωρήσουμε πέρα ἀπό αύτή τήν θέση καί ἔτσι μᾶς ἀνοίγεται ἕνας χῶρος μέσα στόν ὁποῖο μποροῦμε νά δοῦμε μερικές ἀπό τίς βλάβες πού προκαλοῦνται ἀπό αὐτές τίς παρεμβάσεις.

Ἡ κριτική ψυχιατρική ἀρχίζει νά ἔχει ἀντίκτυπο στήν ἐπικρατοῦσα ψυχιατρική. Ἡ κριτική θεώρηση τῆς ἱστορίας καί τῆς κοινωνικῆς θέσης τῆς ἐπιστήμης τῆς ψυχιατρικῆς εἶναι τό κύριο μέλημα γιά τήν κριτική ψυχιατρική. Αὐτός ὁ τρόπος προσέγγισης τῆς ἐπιστήμης πρέπει νά εἰσαχθεῖ στήν τρέχουσα κατάσταση. Δέν εἶναι πλέον μιά περιθωριακή δραστηριότητα καί ἡ ἔκθεση στήν κριτική σκέψη ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικό ἐκπαιδευτικό ζήτημα. Ἡ μεγαλύτερη πρόκληση γιά τό μέλλον εἶναι νά καταφέρουν ἡ κριτική ψυχιατρική καί ἡ μεταψυχιατρική νά ἐπηρεάσουν τήν ἐκπαίδευση τῶν ψυχιάτρων.